«Θέλουν συνταγματικό δικαστήριο μαριονέτα» Ελευθεροτυπία, 11/2/2006 Συνέντευξη Κ. Κουσούλη, Προέδρου Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών ΣτΕ
«Θέλουν συνταγματικό δικαστήριο μαριονέτα»
Της ΒΑΝΑΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Κ. Κουσούλης: Το αίτημα της εποχής είναι η ενίσχυση των θεσμών, όχι η αποδόμησή τους και η τυχοδιωκτική αναζήτηση της αντικατάστασής τους «Δεν μπορεί το Σύνταγμα να μετατρέπεται σε επιτραπέζιο παιχνίδι για να πέφτουν πάνω του τα ζάρια της τρέχουσας πολιτικής», δηλώνει ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας Κ. Κουσούλης, σχολιάζοντας την κυβερνητική πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Σε συνέντευξή του στην «Ε» ο κ. Κουσούλης, χρησιμοποιώντας σκληρές εκφράσεις, κάνει λόγο για «τυχοδιωκτική αναζήτηση αντικατάστασης των θεσμών» και:
- Αποκρούει με οξύτητα την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου. «Επιδιώκεται η απεμπόληση ενός πολύτιμου συνταγματικού κεκτημένου και η εισαγωγή ενός συνταγματικού δικαστηρίου "μαριονέτας"».
- Τονίζει ότι το ισχύον σύστημα συνταγματικού ελέγχου είναι «αφόρητα» αποτελεσματικό, γι' αυτό και ζητείται να αντικατασταθεί από έναν επιδερμικό έλεγχο «καθ' υπαγόρευση».
- Χαρακτηρίζει αντισυνταγματική την πρόταση για απαγόρευση επιδίκασης αναδρομικών αποδοχών. «Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να μένουν απροστάτευτοι οι απλοί εργαζόμενοι όταν θεωρούν ότι αδικούνται μισθολογικά».
Με βάση τις πρώτες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, ποιο γενικό σχόλιο θα μπορούσατε να κάνετε για την αναθεώρηση;
«Τους μόχθους των βουνών τούς ξεπεράσαμε, μπροστά μας έχουμε τώρα τους μόχθους των κοιλάδων», έγραψε ο Μπρεχτ το 1949, σε ένα στίχο που ξεπερνάει συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Η "εποχή των κοιλάδων" καθυστέρησε να έλθει στην Ελλάδα, αλλά διαρκεί ακόμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα διαρκέσει για πάντα, ούτε ότι οι μόχθοι μας είναι ασήμαντοι. Το Σύνταγμα είναι το καταστάλαγμα των μόχθων των βουνών και των μόχθων των κοιλάδων. Είναι η μνήμη της δημοκρατίας. Και η καρδιά του, οι βασικές αρχές οργάνωσης του πολιτεύματος δεν κατασκευάστηκαν σε πολιτικά εργαστήρια ή αμφιθέατρα, αλλά σχηματίστηκαν και διαμορφώθηκαν με αγώνες και αίμα υπό την επίβλεψη της Ιστορίας. Δεν μπορεί το κομμάτι αυτό του Συντάγματος να μετατραπεί σε επιτραπέζιο παιχνίδι για να πέφτουν πάνω του τα ζάρια της τρέχουσας πολιτικής».
Θεωρείτε ότι οι προτάσεις της Ν.Δ. για τη Δικαιοσύνη συμβάλλουν στην αναβάθμισή της;
«Η αναθεωρητική πρωτοβουλία φαίνεται να διαπνέεται από την αντίληψη ότι η Δικαιοσύνη είναι υπεύθυνη για την έλλειψη αποτελεσματικότητας που χαρακτηρίζει δράσεις που αναλαμβάνει η εκτελεστική εξουσία. Έτσι επιχειρείται ο περιορισμός του ρόλου της.
Η προσπάθεια αυτή είναι ήδη ορατή στις προτάσεις α) να αφαιρεθεί από τα τακτικά δικαστήρια, και μάλιστα τις ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα να κρίνουν ανίσχυρους νόμους που αντίκεινται στο Σύνταγμα, και β) να απαγορευθεί να επιδικάζονται αποδοχές και επιδόματα που δεν προβλέπονται ρητά στις ισχύουσες διατάξεις, πρέπει όμως να καταβληθούν με βάση την αρχή της ισότητας».
Είναι ικανοποιητικός ο έλεγχος συνταγματικότητας που ασκείται στην Ελλάδα;
«Πρώτα απ' όλα, δεν είναι συμπτωματικό ότι στην Ελλάδα ισχύει το σύστημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, δηλαδή του ελέγχου από τα τακτικά δικαστήρια. Ο έλεγχος συνταγματικότητας εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ιστορία ως διάχυτος έλεγχος, και μάλιστα σε χώρες που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους ύστερα από απελευθερωτικούς αγώνες. Εγινε δεκτός το 1803 στις ΗΠΑ και, στη συνέχεια, στην Ελλάδα το 1871 με τη 18 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η ελληνική συνταγματική θεωρία τον είχε υποστηρίξει ήδη από το 1844.
Ο έλεγχος συνταγματικότητας στην Ελλάδα είναι, κατά κοινή αποδοχή του νομικού κόσμου και της κοινωνίας, απολύτως ικανοποιητικός, παρά την κριτική που επιδέχεται, όπως είναι φυσικό, σε ορισμένες περιπτώσεις. Η αντοχή του έχει δοκιμαστεί σε δύσκολες περιόδους της ιστορίας μας. Πρόκειται για έλεγχο που έχει υπόσταση, δεν είναι "διακοσμητικός", και γι' αυτό "ενοχλεί" την εκτελεστική εξουσία. Δεν έχει όμως σταθεί εμπόδιο στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν από τη Μεταπολίτευση και μετά, όπως σε Παιδεία, Υγεία, Δημόσια Διοίκηση και Οικονομία (κρατικοποιήσεις, ιδιωτικοποιήσεις). Η επιτυχία ή αποτυχία των προσπαθειών αυτών πρέπει να πιστωθεί ή να χρεωθεί, ανάλογα με την έκβαση, στην εκτελεστική εξουσία».
Δεν θα γινόταν αποτελεσματικότερος ο έλεγχος με την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου;
«Η σχετική συζήτηση θα είχε νόημα αν πειστούμε ότι ο ισχύων έλεγχος είναι αναποτελεσματικός -αυτό όμως δεν συμβαίνει. Το συνταγματικό δικαστήριο είναι έννοια ξένη προς την ελληνική παράδοση και ιστορία. Ειδικά συνταγματικά δικαστήρια ιδρύθηκαν πολύ αργότερα σε άλλες χώρες, κυρίως ομοσπονδιακές (το πρώτο το 1920 στην Αυστρία, στη Γερμανία το 1949), ως απότοκα των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών που επικρατούσαν σε κάθε μία από αυτές. Τα συνταγματικά δικαστήρια ευδοκίμησαν στις χώρες αυτές ύστερα από μακρά και δύσκολη ιστορική διαδρομή, ακριβώς γιατί ανταποκρίνονται στις δικές τους ανάγκες και ιδιαιτερότητες.
Καμία χώρα στον κόσμο δεν εγκαταλείπει θεσμούς με τόσο μεγάλη ιστορία απλώς για να μιμηθεί δήθεν ξένα πρότυπα. Το αίτημα της εποχής είναι η ενίσχυση των θεσμών. Οχι η αποδόμησή τους και η τυχοδιωκτική αναζήτηση της αντικατάστασής τους.
Πρέπει να διακριβωθεί το πραγματικό κίνητρο της σχετικής πρότασης. Η πρόταση αυτή υποβλήθηκε έντεχνα χωρίς καμιά ουσιαστική αιτιολόγηση και χωρίς να αναφερθεί από ποιους θα γίνεται ο έλεγχος, για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι θα έχουμε αποτελεσματικότερο έλεγχο και έτσι να επιτευχθεί ο προσεταιρισμός της κοινής γνώμης. Αλλά η πραγματική αιτία είναι ότι η εκτελεστική εξουσία βρίσκει το ισχύον σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας "αφόρητα" αποτελεσματικό και επιθυμεί τη δραστική μείωση του ελέγχου, ίσως ακόμη και την ουσιαστική εξαφάνισή του. Φαίνεται ότι επιδιώκεται η απεμπόληση ενός πολύτιμου συνταγματικού κεκτημένου και η εισαγωγή ενός συνταγματικού δικαστηρίου "μαριονέτας"».
Μήπως πρόκειται απλώς για μια σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και Δικαιοσύνης για το ποιος θα έχει περισσότερες εξουσίες, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία για τον απλό πολίτη;
«Κατηγορηματικά όχι. Ο καβγάς στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν γίνεται "για το πάπλωμα", αλλά για την ουσία: ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι το μόνο ουσιαστικά θεσμικό αντίβαρο που υπάρχει στο πολίτευμά μας απέναντι στην εκτελεστική εξουσία. Η θεσμική διάκριση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας έχει στην πράξη καταργηθεί (η πρώτη έχει απορροφήσει τη δεύτερη) και η αντίθεση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης δεν είναι σε θέση να καλύψει το κενό. Με την επιχειρούμενη αφαίρεση του ελέγχου συνταγματικότητας από τα τακτικά δικαστήρια θα έχουμε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα φορέα, στο πλαίσιο μάλιστα ενός συστήματος, το οποίο εμφανίζει περισσότερο χαρακτηριστικά πρωθυπουργικής δημοκρατίας -και λιγότερο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Δηλαδή ένα σύστημα χωρίς δικλίδες ασφαλείας, ανεξέλεγκτο. Η εξέλιξη αυτή θα συνιστούσε τεράστιο κίνδυνο. Και σε κάθε περίπτωση θα οδηγούσε σε συρρίκνωση της δικαστικής προστασίας των πολιτών, αυτονόμηση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας και ευτελισμό του Συντάγματος. Προσοχή όμως! Αυτές οι θέσεις δεν πρέπει να παρερμηνευθούν. Δεν διεκδικούμε πολιτικό ρόλο. Αυτό που θέλουμε είναι να διατηρηθεί ο υπάρχων έλεγχος συνταγματικότητας ως βαθύς νομικός έλεγχος. Να μην αντικατασταθεί, δηλαδή, από έναν επιδερμικό έλεγχο "καθ' υπαγόρευση". Σε μια εποχή που έχουμε μέσω της τεχνολογίας πρωτοφανή συσσώρευση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα από κρατικές και άλλες οντότητες, υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης και όχι περιορισμού της αρχής της διάκρισης των εξουσιών».
Πώς κρίνετε την πρόταση για απαγόρευση επιδίκασης αναδρομικών αποδοχών από τα δικαστήρια;
«Η πρόταση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση όχι μόνο με συνταγματικές διατάξεις (τη ρητώς μη αναθεωρητέα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία εγγυάται την ίση μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, και το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει τη δικαστική προστασία και αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου), αλλά και με το διεθνές δίκαιο και ειδικά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να μένουν απροστάτευτοι οι απλοί εργαζόμενοι όταν θεωρούν ότι αδικούνται μισθολογικά. Η δικαίωσή τους από τα δικαστήρια (βλ. χαρακτηριστικά ΛΑΦΚΑ, οικογενειακό επίδομα, επίδομα πολυτέκνων) οφείλεται όχι σε επιθυμία άσκησης οικονομικής πολιτικής από τα δικαστήρια, αλλά στην αποσπασματική και χωρίς κριτήρια μισθολογική νομοθεσία».
Γιατί νομίζετε ότι επανέρχεται η πρόταση για την τροποποίηση του άρθρου για την προστασία του περιβάλλοντος;
«Το ζήτημα αυτό συζητήθηκε έντονα και διεξοδικά κατά την πρόσφατη αναθεώρηση του 2001. Η επαναφορά του θέματος μπορεί να εξηγηθεί είτε γιατί κυριαρχεί η αντίληψη ότι το περιβάλλον υπάρχει για να "αναλώνεται", να καταστρέφεται, είτε γιατί διαπιστώνουμε πως δεν είμαστε ικανοί να εφαρμόσουμε ανάπτυξη με όρους προστασίας του περιβάλλοντος. Αν ισχύει το πρώτο, καλό είναι αυτό να διατυπωθεί απερίφραστα στο Σύνταγμα χωρίς ωραιοποιήσεις και υπεκφυγές. Αν ισχύει το δεύτερο, θα ήταν πιο παραγωγικό να πάψουμε να ενοχοποιούμε το Σύνταγμα και τα δικαστήρια και να αναζητήσουμε τους λόγους που μας εμποδίζουν».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/02/2006
» Επιστροφή στην ενότητα Δημοσιεύματα Τύπου
|