Η ιστορική επισκόπηση του θεσμού του Συμβουλίου της Επικρατείας διακρίνεται, συνυφασμένη με την συνταγματική ιστορία της Χώρας, σε τρείς περιόδους. Τη μοναρχική περίοδο (1835-1844), την περίοδο της βραχύβιας ανασύστασής του (1864-1965) και την περίοδο από το 1928 έως σήμερα.
α. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ιδρύθηκε το 1835 (β.δ. της 18ης Σεπτεμβρίου 1835) με συμβουλευτικές αλλά και δικαστικές αρμοδιότητες και έως την κατάργησή του με το άρθρο 102 του Συντάγματος του 1844 λειτούργησε κατά βάση ως Συμβούλιο του Στέμματος, αντίστοιχο προς το γαλλικό Conseil du Roi, τον πρόδρομο του σημερινού Conseil d’Etat.
β. Η βραχύβια περίοδος περιλαμβάνει την ανασύσταση του Συμβουλίου της Επικρατείας με το Σύνταγμα του 1864 και την κατάργησή του το επόμενο έτος με το νόμο της 25ης Νοεμβρίου 1865.
γ. Η αναγκαιότητα της ίδρυσης ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου οδήγησε στην εκ νέου ανασύσταση του Συμβουλίου της Επικρατείας με το Σύνταγμα του 1911. Από την παλαιότερη νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα διατηρήθηκε η αρμοδιότητα της γνωμοδοτήσεως επί των σχεδίων των κανονιστικών διαταγμάτων. Ιστορικά γεγονότα της περιόδου εκείνης (βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος κ.ά.) δεν επέτρεψαν την άμεση λειτουργία του. Τελικά, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου προκάλεσε, σύμφωνα με τα άρθρα 102-105 και 114 του «Συντάγματος της Ελληνικής Δημοκρατίας» (1927), την έκδοση του οργανικού νόμου 3713 «Περί Συμβουλίου Επικρατείας» και την 17η Μαΐου 1929
|
πραγματοποιήθηκε η επίσημη έναρξη των δημοσίων συνεδριάσεων του Δικαστηρίου. Κατά την πρώτη συνεδρίαση, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Κ. Ρακτιβάν και ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, οριοθέτησαν στις πανηγυρικές ομιλίες τους την πρωταρχική αποστολή του νέου θεσμού, στην οποία περιλαμβάνεται ο έλεγχος των διοικητικών πράξεων και μέσω αυτού η συμμόρφωση της Διοίκησης στο νόμο και η εμπέδωση του κράτους δικαίου.
Το θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας στο δικαιοδοτικό σύστημα της Χώρας αναγνώρισαν και κατοχύρωσαν το Σύνταγμα του 1952 και το ισχύον Σύνταγμα του 1975, όπως αναθεωρήθηκε το 1986 και το 2001. Εκτός από την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους διοικουμένους, το Συμβούλιο της Επικρατείας συμβάλλει στο νομοθετικό έργο με την επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων και τη διάπλαση γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, αλλά και στην πρόοδο της νομικής επιστήμης με την παροχή άφθονου υλικού στον επιστημονικό διάλογο που αναπτύσσεται στον κλάδο του δημοσίου δικαίου. Η λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας διέπεται σήμερα από το προεδρικό διάταγμα 18/1989 (ΦΕΚ Α΄8), όπως ισχύει.
Τα εχέγγυα για την πραγμάτωση της αποστολής του Συμβουλίου της Επικρατείας συνοψίζονται στη λαμπρή ιστορική παράδοση και την υψηλή επιστημονική κατάρτιση των μελών του από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, κυρίως όμως στην ακλόνητη διάθεση των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας για την προάσπιση των συνταγματικών δικαιωμάτων, κορυφαία εκδήλωση της οποίας αποτελεί η σθεναρή στάση των μελών του την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας.
|